ἐκλελαμμένον
ἐκλελαμμένον ἐξεστραμμένον, Hsch. ἐκλελαπτημένον· ἐκπεπονημένον, Id. ἐκλελι<α>σμένος· ἐξεστραμμένος, Id.
{ "headword": "ἐκλελαμμένον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n32341", "citations": [], "senses": [], "key": "e)klelamme/non", "type": "gloss" }