ἑκαλία
ἑκαλία πόρρωθεν, Hsch. ἐκάλλιθμος· ἱερός, ἀφειμένος, Id.
{ "headword": "ἑκαλία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n31581", "citations": [], "senses": [], "key": "e(kali/a", "type": "gloss" }