εἵμαρται
εἵμαρται, εἵμαρτο, εἱμαρμένος, Εἱμαρμένη, v. μείρομαι.
{ "headword": "εἵμαρται", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n31123", "citations": [], "senses": [], "key": "ei(/martai", "type": "main" }