εἰδηθμός
εἰδηθμός συστροφή, φυγή, Hsch. (leg. εἰλ-). εἰδηλήγε· ἀναμάρτητον, Id.
{ "headword": "εἰδηθμός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n30848", "citations": [], "senses": [], "key": "ei)dhqmo/s", "type": "gloss" }