ἐδείδιμεν
ἐδείδιμεν, ἐδείδῐσαν, v. δείδω. ἔδεκτο, v. δέχομαι.
{ "headword": "ἐδείδιμεν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n30678", "citations": [], "senses": [], "key": "e)dei/di^men", "type": "main" }