δράω
δράω (A), Aeol. 3 pl. δραῖσι Alc. Supp. 27.11, subj. δρῶ, δρᾷς, δρᾷ, opt. δρῴην, Ep. δρώοιμι Od. 15.317; παρα-δρώωσι ib. 324: impf. ἔδρων: fut. δράσω: aor. 1 ἔδρᾱσα, Ion. ἔδρησα Thgn. 954: pf. δέδρᾱκα:— Pass., aor. 1 ἐδράσθην, δρασθείς, Th. 3.38, 6.53: pf. δέδρᾱμαι ( δεδρασμένων is f. l. in Id. 3.54):—