δορυμόλπης
δορυμόλπης ὁ προηγούμενος τοῦ θυομένου βοὸς τῷ Διί, Id.
{ "headword": "δορυμόλπης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n28114a", "citations": [], "senses": [], "key": "dorumo/lphs", "type": "main" }