Διιπόλεια
Διιπόλεια, Διιπόλια, Διιπολιώδης, v. sub Διπολίεια, Διπολιώδης.
{ "headword": "Διιπόλεια", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26835", "citations": [], "senses": [], "key": "*diipo/leia", "type": "main" }