διεφικνέομαι
διεφικνέομαι, pf. διέφιγμαι dub. sens. in Eun. Hist. p.361 D. (leg. διέσφιγκται).
{ "headword": "διεφικνέομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26736", "citations": [], "senses": [], "key": "diefikne/omai", "type": "main" }