διεσκευασμένως
διεσκευασμένως ( -σκεδ- cod.) · διατετυπωμένως, Hsch.
{ "headword": "διεσκευασμένως", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26688", "citations": [], "senses": [], "key": "dieskeuasme/nws", "type": "main" }