διερευνητικός
διερευνητικός, ή, όν, Ptol. Tetr. 57. Adv. -κῶς ib. 7.
{ "headword": "διερευνητικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26662", "citations": [], "senses": [], "key": "diereunhtiko/s", "type": "main" }