αἰσθάνομαι
αἰσθάνομαι (cf. αἴσθομαι), Ion. 3 pl.opt. αἰσθανοίατο Ar. Pax 209: impf. ῃσθανόμην: fut. αἰσθήσομαι S. Ph. 75, etc.; later αἰσθανθήσομαι LXX Is. 49.26; αἰσθηθήσομαι ib. 33.11: aor. 2 ᾐσθόμην: pf. ᾔσθημαι: later, aor. 1 ᾐσθησάμην Sch. Arat. 418; ᾐσθήθην LXX Jb. 40.18: (cf. ἀΐω):—