διειλοκομπάσας
διειλοκομπάσας σκιᾷ καὶ κόμπῳ ἐξαπατήσας, Hsch.
{ "headword": "διειλοκομπάσας", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26471", "citations": [], "senses": [], "key": "dieilokompa/sas", "type": "gloss" }