διβάλανα
διβάλανα κάρυα Ποντικά, Hsch. ( διαβ- cod.). δίβαλον· μέλι καὶ μελίκρατον, Id. ( διαβ- cod.).
{ "headword": "διβάλανα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26368", "citations": [], "senses": [], "key": "diba/lana", "type": "gloss" }