διατιτραίνω
διατιτραίνω, διατιτράω, διατίτρημι, v. διατετραίνω.
{ "headword": "διατιτραίνω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n26071", "citations": [], "senses": [], "key": "diatitrai/nw", "type": "main" }