διασφετερίζομαι
διασφετερίζομαι, f.l. for σφετερίζομαι, Ph. 2.130.
{ "headword": "διασφετερίζομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n25986", "citations": [], "senses": [], "key": "diasfeteri/zomai", "type": "main" }