διασκελίδα·
διασκελίδα· σπυρίδα ἣν ἔνιοι διασκάλων, Hsch.
{ "headword": "διασκελίδα·", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n25833", "citations": [], "senses": [], "key": "diaskeli/da", "type": "gloss" }