δευτερῳδέομαι
δευτερῳδέομαι, δευτερ-ῳδία, v. δευτεροδέομαι, -οδία.
{ "headword": "δευτερῳδέομαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n24273", "citations": [], "senses": [], "key": "deuterw|de/omai", "type": "main" }