δεδρίομεν
δεδρίομεν ῥέξομεν, Hsch. δεδροικώς· δοικώς, Id. (leg. δεδϝοικώς· δεδοικώς).
{ "headword": "δεδρίομεν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n23622", "citations": [], "senses": [], "key": "dedri/omen", "type": "gloss" }