δάπακες
δάπακες (cod. δαρπ-) · θυμάλωπες, Hsch.; cf. δαύακες.
{ "headword": "δάπακες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n23442", "citations": [], "senses": [], "key": "da/pakes", "type": "main" }