δάνας
δάνας μερίδας ( Caryst.), Hsch. δανδαίνειν· ἀτενίζειν, φροντίζειν, μεριμνᾶν, Id.
{ "headword": "δάνας", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n23416", "citations": [], "senses": [], "key": "da/nas", "type": "gloss" }