γνάφαλον
γνάφαλον or γνά-φαλλον, γνα-φεῖον, γνα-φεύς, γνα-φευτικός, γνα-φεύω, γνα-φικός, γνά-φισσα, γνά-φος, γνά-φω, v. κνάφαλον, κναφεῖον, κναφεύς, κναφικός, κνάφος, κνάφω, etc..
{ "headword": "γνάφαλον", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22477", "citations": [], "senses": [], "key": "gna/falon", "type": "main" }