γλέβα
γλέβα ἀξίωμα συγκλήτου, Hsch. γλεῖνος, ὁ, v. γλῖνος.
{ "headword": "γλέβα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22285", "citations": [], "senses": [], "key": "gle/ba", "type": "gloss" }