γίξαι
γίξαι χωρῆσαι, Hsch. γίο· αὐτοῦ, Id. γῖπον· εἶπον, Id. γίς· ἱμὰς καὶ γῆ καὶ ἰσχύς (i. e. ϝίς), Id. γισάμεναι· εἰδέναι, Id. γίσας· φθείρας, Id.: inf., γίσαι deflower, App.Anth. 4.73 (perh. Strat.). γίσγον· ἴσον, Hsch. ( ϝίς ϝον). γίσιον· μικρὸν τεῖχος, Id. (leg. γείσ-). γιστία· ἐσχάρα ( ἐσχάτη cod.), Id. γιστίαι· ἱστουργοί, Id. γιστιῶ· παύσομαι, Id. γισχύν· ἰσχύν, Id. γιτέα· ἰτέα ( ἐτέα cod.), Id. (In the above words, γ freq. = ϝ.) γῖτον, τό, dub. sens. in UPZ 89.14 (pl., ii B. C.). γίτονας, v. γείτων.
Headword (normalized):
γίξαι
Headword (normalized/stripped):
γιξαι
Intro Text:
γίξαι χωρῆσαι, Hsch. γίο· αὐτοῦ, Id. γῖπον· εἶπον, Id. γίς· ἱμὰς καὶ γῆ καὶ ἰσχύς (i. e. ϝίς), Id. γισάμεναι· εἰδέναι, Id. γίσας· φθείρας, Id.: inf., γίσαι deflower, App.Anth. 4.73 (perh. Strat.). γίσγον· ἴσον, Hsch. ( ϝίς ϝον). γίσιον· μικρὸν τεῖχος, Id. (leg. γείσ-). γιστία· ἐσχάρα ( ἐσχάτη cod.), Id. γιστίαι· ἱστουργοί, Id. γιστιῶ· παύσομαι, Id. γισχύν· ἰσχύν, Id. γιτέα· ἰτέα ( ἐτέα cod.), Id. (In the above words, γ freq. = ϝ.) γῖτον, τό, dub. sens. in UPZ 89.14 (pl., ii B. C.). γίτονας, v. γείτων.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22215
{
"headword": "γίξαι",
"urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22215",
"citations": [
{
"urn": "urn:cite2:scaife-viewer:citations.atlas_v1:lsj-28068",
"data": {
"quote": "γίσαι",
"ref": "",
"urn": ""
}
}
],
"senses": [],
"key": "gi/cai",
"type": "gloss"
}