γιλός
γιλός ἑτερόφθαλμος, Hsch. γιμάσαι· σιαγόνες, Id. γιμβάναι· ζεύγανα, Id. γίν· σοί (leg. τίν), Id. γινιπτήριον, τό, perh. f.l. for γινιστήριον, = Lat. genista, broom, PLeid.X. 19.
{ "headword": "γιλός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22212", "citations": [], "senses": [], "key": "gilo/s", "type": "gloss" }