γία
γία ἄνθη (i. e. ϝία), Hsch. γίαι· ὀδύναι, Id. γίαρ[ες]· ἔαρ, Id. γιγαλία· ἡ γῆ, Id.
{ "headword": "γία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22174", "citations": [], "senses": [], "key": "gi/a", "type": "gloss" }