γεροντοκομικά
γεροντοκομικά, τά, Sch. Pl. Phdr. 240c.
{ "headword": "γεροντοκομικά", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n22002", "citations": [], "senses": [], "key": "gerontokomika/", "type": "main" }