γεραίτερος
γεραίτερος, γεραίτατος, Comp. and Sup. of γεραιός (q. v.).
{ "headword": "γεραίτερος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n21943", "citations": [], "senses": [], "key": "gerai/teros", "type": "main" }