γέντιμος
γέντιμος ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου, Hsch.; cf. γέρσυμον. γέντινοι· οἰκεῖοι, and γέντινος· ὕπνος, Id.
{ "headword": "γέντιμος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n21925", "citations": [], "senses": [], "key": "ge/ntimos", "type": "gloss" }