γαλακτοθρέμμων
γαλακτοθρέμμων, v. γαλακοθρέμμων.
{ "headword": "γαλακτοθρέμμων", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n21445", "citations": [], "senses": [], "key": "ga^laktoqre/mmwn", "type": "main" }