γαιθυλα
γαιθυλα ( δ supra scr.) · ἀμπελόπρασα, Hsch.; cf. γηθυλλίς.
{ "headword": "γαιθυλα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n21409", "citations": [], "senses": [], "key": "gaiqula", "type": "main" }