γαγγίας
γαγγίας ἤ γαγγαλίας (leg. γαγγαλίδας) · οἱ μὲν γελασῖνον, οἱ δὲ τὴν τῶν νεύρων ( ἐρίων cod.) συστροφήν, ἄλλοι ὑποστάθμην, Hsch.
{ "headword": "γαγγίας", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n21373", "citations": [], "senses": [], "key": "gaggi/as", "type": "main" }