βρατάναν
βρατάναν τορύνην ( Elean), Hsch. βρατάνει· ῥαΐζει ἀπὸ νόσου ( Elean), Id. βράταχος, v. βάτραχος.
{ "headword": "βρατάναν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n20826", "citations": [], "senses": [], "key": "brata/nan", "type": "gloss" }