βρασσιότροχος
βρασσιότροχος κεραμικὸς ὁ μὴ ἐρρωγώς, Hsch.
{ "headword": "βρασσιότροχος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n20819", "citations": [], "senses": [], "key": "brassio/troxos", "type": "gloss" }