βομβοία
βομβοία κολυμβὰς ἐλαία (Cypr.), Hsch.: βομβοιλαδόνας· ἐνιαυτούς, Id.
{ "headword": "βομβοία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n20309", "citations": [], "senses": [], "key": "bomboi/a", "type": "gloss" }