βιοπονητικός
βιοπονητικός, ή, όν = sq., Hippodam. ap. Stob. 4.1.94.
{ "headword": "βιοπονητικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19967", "citations": [], "senses": [], "key": "bi^oponhtiko/s", "type": "main" }