βείρακες
βείρακες ἱέρακες, Hsch. βειρακή· ἡ ἁρπακτική, Id. βείριξ· ἔλαφος, Id. βειρόν· δασύ, Id.
{ "headword": "βείρακες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19753", "citations": [], "senses": [], "key": "bei/rakes", "type": "gloss" }