βαττολογία
βαττολογία ἀργολογία, ἀκαιρολογία, Hsch. ( βατο- cod.).
{ "headword": "βαττολογία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19648", "citations": [], "senses": [], "key": "battologi/a", "type": "gloss" }