βασκευταί
βασκευταί φασκίδες, ἀγκάλαι, Hsch.:—also βάσκιοι· δεσμαὶ φρύγανων, Id. βάσκιλλος· κίσσα, Id. βάσκον· χῶρον, Id.
{ "headword": "βασκευταί", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19574", "citations": [], "senses": [], "key": "baskeutai/", "type": "gloss" }