βαρυδάνιν
βαρυδάνιν, βαρύδαν (leg. βαρίβαν ἢ βαριβάν) · τὸν ναυσιβάτην, Hsch.
{ "headword": "βαρυδάνιν", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19407", "citations": [], "senses": [], "key": "baruda/nin", "type": "main" }