βάρα
βάρα νόσημά τι καρηβαρικόν, ἢ θρέμματα ( Lacon.), Hsch.
{ "headword": "βάρα", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19328", "citations": [], "senses": [], "key": "ba/ra", "type": "gloss" }