βανθῶσαι
βανθῶσαι σκοτοδινιᾶσαι, Hsch. βάνισος· εἶδος θυμιάματος, Id. βανκόν· μωρόν, Id. βάννας· βασιλεύς (Ital.), Id. βαννάται· αἱ λοξοὶ ὁδοί ( Tarent.); also βάννατροι, Id. βάννεια and βάννιμα, τά,
{ "headword": "βανθῶσαι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19312", "citations": [], "senses": [ { "definition": "", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19312-0", "children": [ { "label": "", "definition": "Id. βανοί· τέχναι, Id. βανόν· λεπτόν, Id. βάνος· κλάσμα, μωρός, καὶ τυφλός, Id. βανούς· ὄρη στρογγύλα, Id. βανύσει· μωραίνει, ἐπιμαίνεται, Id.", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19312-0-0", "citations": [], "children": [] } ] } ], "key": "banqw=sai", "type": "gloss" }