Βακχειοχόρειος
Βακχειοχόρειος (sc. πούς), ὁ, the foot _ _ ⏑ _ ⏑, Diom. p.482 K.
{ "headword": "Βακχειοχόρειος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19173", "citations": [], "senses": [], "key": "*bakxeioxo/reios", "type": "main" }