βακνίδες
βακνίδες εἶδος ὑποδημάτων, Hsch. βάκοα· βάθρον, Id. βακοίας· πηλός, Id. βακόν· πεσόν (Cret.), Id. βάκται· ἰσχυροί, Id.
{ "headword": "βακνίδες", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n19150", "citations": [], "senses": [], "key": "bakni/des", "type": "gloss" }