βαθύς
βαθύς, βαθεῖα Ion. βαθέᾰ, βαθύ; fem. βαθύς Call. Del. 37, Eratosth. 8; gen. βαθέος, βαθείας Ion. βαθέης: dat. βαθέϊ, βαθείῃ Ion. βαθέῃ: Comp. βαθύτερος, poet. βαθίων [ῑ Att., ῐ Theoc. 5.43], Dor. βάσσων (q. v.): Sup. βαθύτατος, poet. βάθιστος:—