ἀφέρτεροι
ἀφέρτεροι ἥσσονες, Hsch.; but ἀφερτέρους· πολὺ φερτέρους, ταχυτέρους, Id.; cf. ἀφάρτερος.
{ "headword": "ἀφέρτεροι", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n18221", "citations": [], "senses": [], "key": "a)fe/rteroi", "type": "gloss" }