αὐθόρης
αὐθόρης αὐτὸς βλέπων, Hsch. αὐθορόν· σύντομον, and αὐθορίτους· συντόμους, Id.; cf. αὐθωρός.
{ "headword": "αὐθόρης", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n17385", "citations": [], "senses": [], "key": "au)qo/rhs", "type": "gloss" }