ἀσυγκρότητος
ἀσυγκρότητος, ον, v. ἀξυγκρότητος.
{ "headword": "ἀσυγκρότητος", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n16738", "citations": [], "senses": [], "key": "a)sugkro/thtos", "type": "main" }