ἀσπιδοφορικός
ἀσπιδοφορικός, ή, όν, = sq.: -κή (sc. τέχνη), ἡ, Eustr. in EN 11.27.
{ "headword": "ἀσπιδοφορικός", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n16394", "citations": [], "senses": [], "key": "a)spi^doforiko/s", "type": "main" }