ἀσπαραγία
ἀσπαραγία, ἀσπάραγος, ἀσπαραγωνία, v. sub ἀσφ-.
{ "headword": "ἀσπαραγία", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:lsj-n16354", "citations": [], "senses": [], "key": "a)spa^ragi/a", "type": "main" }